Τετάρτη, 5 Φεβρουαρίου 2014

"Μπούμερανγκ", του Michael Lewis - κριτική παρουσίαση

Από την άνοιξη του 2010 όταν η Ελλάδα υπέγραψε το πρώτο Μνημόνιο με τους δανειστές της και οι τελευταίοι λογικοί αποδέχτηκαν ότι η οικονομία μας δεν είναι ισχυρή και ότι λεφτά δεν υπάρχουν, αρχίσαμε σταδιακά να ακούμε και να μαθαίνουμε χρηματοπιστωτικούς όρους που δεν γνωρίζαμε μέχρι τότε.
Οι ειδήσεις άρχισαν να αναφέρονται εκτενώς στο spread των ελληνικών ομολόγων και CDS σε σχέση με των γερμανικών, στις «μονάδες βάσης» κατά τις οποίες μείωνε ή αύξανε το επιτόκιό της η ΕΚΤ, η BoA και άλλες τράπεζες, στο «κούρεμα» των ελληνικών ομολόγων, στο «σορτάρισμα» τίτλων. Το κοινό απέκτησε ενδιαφέρον για τα θέματα αυτά (ίσως να είχαμε συμπεριφερθεί πιο συνετά κατά τα παρελθόντα έτη, αν περισσότεροι π.χ. αντιλαμβάνονταν ότι η συσσώρευση ελλειμμάτων οδηγούσε σε κολοσσιαία αύξηση του χρέους) και εξεδόθησαν βιβλία, τόσο από Έλληνες όσο και από ξένους περισσότερο ή λιγότερο ειδικούς, με διάφορες θέσεις σχετικά με την κρίση, τις αιτίες και τις λύσεις της (η Athens Review of Books έχει αναφερθεί εκτενώς σε ορισμένα από αυτά). Στο σύνολο αυτών των βιβλίων πρέπει να εντάξουμε και το «Μπούμερανγκ. Ταξίδια στο νέο Τρίτο Κόσμο» του Michael Lewis.
Ο συγγραφέας, ξεκίνησε να επισκέπτεται τις χώρες που βρίσκονταν στην καρδιά της παγκόσμιας κρίσης στις αρχές του 2009: Ισλανδία, Ελλάδα, Ιρλανδία, Γερμανία, ΗΠΑ. Σε μία σειρά άρθρων, που δημοσιεύθηκαν στο αμερικανικό περιοδικό Vanity Fair από τον Απρίλιο του 2009, προσπάθησε να εξηγήσει απλά τους λόγους για τους οποίους κάθε μία από τις χώρες αυτές συμπεριφέρθηκε όπως συμπεριφέρθηκε την τελευταία δεκαετία και αντιδρά όπως αντιδρά σήμερα, ενώ βρίσκεται στη δίνη της κρίσης. Τα άρθρα αυτά, μαζί με μία εισαγωγή του συγγραφέα, αποτελούν το παρόν βιβλίο.
Τη περίοδο 1990-2008, και κυρίως μετά την υιοθέτηση του ευρώ, το χρήμα άρχισε να ρέει άφθονο στις ευρωπαϊκές χώρες· ουσιαστικά οι λαοί βρέθηκαν σε ένα σκοτεινό  δωμάτιο με αμέτρητο χρήμα και χωρίς έλεγχο – η παρομοίωση είναι του συγγραφέα. Το πώς συμπεριφέρθηκε κάθε ένας από αυτούς είναι ενδεικτικό της ιδιοσυγκρασίας του: οι Ιρλανδοί αποφάσισαν ότι θέλουν να γίνουν όλοι ιδιοκτήτες ακινήτων πληρώνοντας όσο-όσο, οι Έλληνες δανείστηκαν για να δημιουργήσουν μία ευημερία σε πήλινα δοκάρια, οι Ισλανδοί εγκατέλειψαν το ψάρεμα και επιδόθηκαν με πάθος στην επενδυτική τραπεζική, οι Γερμανοί δάνεισαν όλους του άλλους πιστεύοντας ότι, όπως οι ίδιοι, ακολουθούν τους κανόνες και λένε την αλήθεια, και οι Αμερικάνοι, αφού αγόρασαν σπίτια μεγαλύτερα από όσο άντεχε το βαλάντιό τους, τιτλοποίησαν τα δάνεια και τα αντάλλασσαν μεταξύ τους. Ανάλογα με την κουλτούρα τους, οι λαοί συμπεριφέρθηκαν διαφορετικά, κατέληξαν όμως σχεδόν στο σύνολό τους - με εξαίρεση τη Γερμανία - να είναι οι πιο αδύναμοι κρίκοι μίας κρίσης που βαθαίνει συνεχώς. 
Το βιβλίο απευθύνεται σε ευρύ κοινό, καθώς δεν χρησιμοποιεί όρους εξειδικευμένους και όποτε το κάνει εξηγεί απλά τι σημαίνουν. Παρά το θλιβερό του θέματος, ο συγγραφέας γράφει με πολύ χιούμορ και με τρόπο που αμέσως κερδίζει το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Ξεκινώντας ήδη από την εισαγωγή, διαλέγει πρόσωπα που έχουν ζήσει εκ των έσω την κρίση σε κάθε χώρα αλλά που προσπάθησαν να προειδοποιήσουν, όταν κανείς δεν ήθελε να ακούσει: Κασσάνδρες που εξοστρακίστηκαν και των οποίων οι προφητείες τώρα εκπληρούνται.

 Το κεφάλαιο για την Ελλάδα
Ειδικό ενδιαφέρον παρουσιάζει βεβαίως για εμάς το άρθρο/κεφάλαιο του Michael Lewis για την Ελλάδα, που προέκυψε από ολιγοήμερη επίσκεψή του στις αρχές του 2010 και δημοσιεύθηκε (στο Vanity Fair) τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, όταν το σκάνδαλο του Βατοπεδίου ήταν ακόμη νωπό και ενώ η Ελλάδα είχε ήδη εισέλθει ανεπιστρεπτί στην περίοδο του Μνημονίου. Το κείμενο αναπαράχθηκε πολλές φορές μέσω των σελίδων κοινωνικής δικτύωσης, προκάλεσε θετικές και αρνητικές αντιδράσεις, γράμματα αναγνωστών, ποικίλα σχόλια, και βεβαίως έκανε περισσότερο γνωστό τον αξιόλογο δημοσιογράφο και συγγραφέα Michael Lewis στην Ελλάδα.
Στο άρθρο λοιπόν αυτό, που εστιάζει στην υπόθεση του Βατοπεδίου και αποτελεί το δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου του «Μπούμερανγκ», ο Michael Lewis περιγράφει γλαφυρά ως σύμπτωμα όλων όσων είναι στραβά στην ελληνική δημόσια διοίκηση και κοινωνία, το πώς «μία επιχείρηση που ξεκίνησε τη λειτουργία της μην έχοντας να πουλήσει τίποτα άλλο εκτός από άφεση αμαρτιών» κατάφερε «να αποκτήσει μία ακίνητη και χρηματοπιστωτική περιουσία» που κυμαίνεται μεταξύ ενός και δύο δισεκατομμυρίων δολαρίων, σε διάστημα λίγων ετών. Κατάφερε να «πείσει την ελληνική κυβέρνηση να κάνει κάτι που σπανίως έκανε: να αλλάξει τα χωροταξικά σχέδια ώστε μη εμπορικά ακίνητα να μπορούν να χρησιμοποιηθούν για εμπορικούς σκοπούς». Τα ακίνητα αυτά, για την αξιοποίηση των οποίων η μονή είχε εξασφαλίσει 100% χρηματοδότηση με δικές της δυνάμεις, ήταν βεβαίως αυτά που αντάλλαξε η ελληνική κυβέρνηση με τη λίμνη Βιστωνίδα «μία άχρηστη λίμνη που ανήκε στη μονή βάσει ενός αρχαίου τίτλου ιδιοκτησίας» «που είχε παραχωρηθεί [στη μονή] κατά τον 14ο αιώνα από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Παλαιολόγο». Με την υπόθεση αυτή «κάποιοι καλόγεροι προκύπτουν (…) ως η κορυφαία πιθανότητα της Ελλάδας να φιγουράρει σε μελέτη περιπτώσεων του Harvard Business School».
Στη διάρκεια της επίσκεψής του στην Ελλάδα ο συγγραφέας συναντήθηκε με τον τότε υπουργό οικονομικών Παπακωνσταντίνου καθώς και τον ελεγχόμενο από την εξεταστική επιτροπή της Βουλής για την εμπλοκή του στο σκάνδαλο του Βατοπεδίου Πέτρο Δούκα, που ήταν ο μόνος από τους εμπλεκόμενους πολιτικούς που δέχθηκε να μιλήσει. Μίλησε ακόμα με δύο εφοριακούς (μαζί με τον Στέφανο Μάνο οι ”Κασσάνδρες” της Ελλάδας, που δεν ήθελαν ωστόσο να έχουν καμία σχέση μεταξύ τους), οι οποίοι του παρουσίασαν αναλυτικά στοιχεία για περιπτώσεις διαφθοράς και χρηματισμού συναδέλφων τους και άλλων στελεχών του Δημοσίου, με επιχειρηματίες και απλούς πολίτες. Ταξίδεψε μέχρι το Άγιο Όρος, όπου συναντήθηκε και συζήτησε για τις επίμαχες δραστηριότητες της Μονής με τον μοναχό Αρσένιο και τον ηγούμενο Εφραίμ, και παρακολούθησε μία μεγάλη διαδήλωση, στο πλαίσιο πανελλαδικής απεργίας, που κατέληξε σε εκτεταμένα επεισόδια. Δύο μήνες μετά την επίσκεψή του, κάηκαν τρεις άνθρωποι στη Marfin, επειδή κάποιοι ανεγκέφαλοι θέλησαν να τους τιμωρήσουν που δούλευαν. Οι ένοχοι παραμένουν ασύλληπτοι, κυκλοφορούν και δρουν ελεύθεροι ανάμεσά μας.
Δυστυχώς, ενώ όλα αυτά θα έπρεπε να μας ξαφνιάζουν, ηχούν απίστευτα γνώριμα και συνηθισμένα σε εμάς που ζούμε στην Αθήνα. Τα πιο μικρά και τα πιο μεγάλα συμπτώματα αδιαφορίας, ατιμωρησίας και παρακμής δυστυχώς αποτελούν μέρος της καθημερινότητάς μας: από τους φύλακες του υπουργείου Οικονομικών, που δεν ελέγχουν για ποιο λόγο ο επισκέπτης που πάει να δει τον Υπουργό ενεργοποιεί τον ανιχνευτή μετάλλων – λίγο καιρό μετά ένας άνθρωπος έχασε τη ζωή του σε άλλο υπουργείο από ελλιπή έλεγχο εισερχομένου παγιδευμένου δέματος- μέχρι το ίδιο το σκάνδαλο του Βατοπεδίου, και πρόσφατα την καταδικαστική απόφαση γερμανικού δικαστηρίου για δωροδοκία (μεταξύ άλλων) σε Έλληνα υπουργό, ο οποίος απολαμβάνει ελεύθερος τους καρπούς των κόπων μίας ζωής στην υπηρεσία της χώρας! Ακόμα και ο ίδιος ο συγγραφέας παραδέχεται ότι αισθάνθηκε «αρκετές φορές ένα αίσθημα πρωτόγνωρο για δημοσιογράφο: μία πλήρη έλλειψη ενδιαφέροντος για υλικό που καταφανώς σόκαρε», καθώς άκουγε τους δύο εφοριακούς να του εξιστορούν το ένα σκάνδαλο μετά το άλλο.
Στο σημείο αυτό ο συγγραφέας πιθανότατα αγγίζει τον πυρήνα των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η  Ελλάδα σήμερα: την αδιαφορία για τα κοινά και για την τήρηση του νόμου, την απαξίωση του δημοσίου, την άρνηση προσπάθειας για την επίτευξη ενός κοινού θετικού στόχου. Το κεφάλαιο για την Ελλάδα εύστοχα τιτλοφορείται «Καθένας για την πάρτη του». Η χώρα «δεν λειτουργεί συλλογικά (…) λειτουργεί ως συνονθύλευμα από εξατομικευμένα μόρια που το καθένα έχει μάθει να επιδιώκει τα δικά του συμφέροντα σε βάρος του κοινού καλού»: εξωφρενικά πρόωρες συντάξεις, προνόμια απασχόλησης στο Δημόσιο, φοροδιαφυγή, εισφοροαποφυγή, μαύρο χρήμα. Επιδιώκουμε το ατομικό συμφέρον, και μάλιστα το άμεσο, χωρίς να εξετάζουμε τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις ούτε καν στη δική μας προσωπική ευημερία, πολύ λιγότερο δε στο ευρύτερο σύνολο. Και μάλιστα έχουμε γίνει «ένα έθνος ανθρώπων που ψάχνουν να βρουν οποιονδήποτε για να ρίξουν τον φταίξιμο εκτός από [εμάς] τους ίδιους»: φταίει η Τρόικα, η Μέρκελ, η Εκκλησία που δεν πληρώνει φόρους, οι τράπεζες, οι εφοπλιστές, τα νεφελίμ.  
Μετά το πέρας debate που διοργανώθηκε τον Δεκέμβριο (12/12/2011) από την Intelligence2 Greece με θέμα «Μαζί τα φάγαμε: σε μια δημοκρατία, η ευθύνη είναι πάντα συλλογική», το κοινό ψήφισε σε ποσοστό 37,97% ότι «μαζί τα φάγαμε» και 57,22% ότι «δεν τα φάγαμε μαζί», ενώ το 14,71% ήταν αναποφάσιστο. Παρά το ότι η ρήση αυτή ακούγεται σκανδαλώδης, προερχόμενη από κάποιον που με την εξουσία που κατείχε και τον τρόπο που την άσκησε και εξακολουθεί να την ασκεί είχε τη δυνατότητα να αλλάξει τον αποτέλεσμα ή να παραιτηθεί διαμαρτυρόμενος, και παρά το ότι η ευθύνη βεβαίως δεν επιμερίζεται εξίσου, η άρνηση οποιασδήποτε ευθύνης από ένα μεγάλο ποσοστό των ακροατών αποτελεί συμπεριφορά που αξίζει από μόνη της να ερευνηθεί περισσότερο. Μάλιστα, αυτή η αποποίηση της ευθύνης είναι κάτι που κάνει τους Έλληνες να ξεχωρίσουν από τους άλλους λαούς που εξετάζει το βιβλίο του Michael Lewis, όπως θα δούμε και στη συνέχεια.

Ο νέος Τρίτος Κόσμος
Πράγματι, σε καμία άλλη εξεταζόμενη περίπτωση οι λαοί δεν αποποιούνται την ευθύνη τους για την κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει. Στην ακραία περίπτωση μάλιστα της Ιρλανδίας, η κυβέρνηση εγγυήθηκε τα χρέη των τραπεζών προς τους ιδιώτες ομολογιούχους και όχι μόνο τις καταθέσεις (το ίδιο έπραξε και η ελληνική κυβέρνηση με την Proton, ενώ ο νόμος προβλέπει εγγύηση μόνο των καταθέσεων μέχρι το ποσό των 100 χιλιάδων ευρώ). Ωστόσο, γράφει ο Lewis, «οι ιδιώτες αυτοί ομολογιούχοι ούτε καν περίμεναν ότι θα αποζημιωνόταν πλήρως από την ιρλανδική κυβέρνηση. Πριν από λίγο καιρό μίλησα με έναν πρώην διαπραγματευτή ομολόγων της Merrill Lynch, ο οποίος στις 29 Σεπτεμβρίου του 2008 είχε στην κατοχή του ένα σωρό ομόλογα μίας από τις ιρλανδικές τράπεζες. Είχε ήδη προσπαθήσει να τα ξαναπουλήσει στην τράπεζα προς 50 σεντς ανά δολάριο ονομαστικής αξίας – δηλαδή είχε προσφερθεί να επωμιστεί μία τεράστια ζημιά, μόνο και μόνο γα να απεμπλακεί από αυτά. Το πρωί της 30η Σεπτεμβρίου ξύπνησε και διαπίστωσε ότι τα ομόλογά του άξιζαν 100 σεντς για κάθε δολάριο της ονομαστικής τους αξίας. Το ιρλανδικό δημόσιο τα είχε εγγυηθεί! Δεν μπορούσε να πιστέψει την καλή του τύχη».
Η απόφαση αυτή βύθισε την Ιρλανδία, ήταν «αυτοκτονική», αλλά «επί δύο χρόνια οι Ιρλανδοί πασχίζουν να τα βγάλουν πέρα με αυτό το απίστευτο φορτίο χωρίς ν’ ακουστεί κιχ». Ο συγγραφέας μόνος του συγκρίνει τις αντιδράσεις στην Ελλάδα και στην Ιρλανδία: «στην Ελλάδα τα χρέη τα δανείστηκε το δημόσιο: τα χρέη είναι χρέη του Ελληνικού λαού, αλλά ο λαός δεν θέλει να έχει καμία συμμετοχή σε αυτά. Οι Έλληνες έχουν ήδη βγει στους δρόμους με βίαιες διαθέσεις, και έχουν σπεύσει να βρουν ανθρώπους εκτός Ελλάδας για να ρίξουν το φταίξιμο και τα προβλήματά τους: μοναχούς, Τούρκους, ξένους τραπεζίτες. […] στην Ιρλανδία το χρήμα το δανείστηκαν μερικές τράπεζες, κι όμως ο κόσμος δεν φαίνεται απλώς διατεθειμένος να το εξοφλήσει, αλλά το κάνει και χωρίς τον παραμικρό γογγυσμό».
Προφανώς, μη γνωρίζοντας Ελληνικά και έχοντας μείνει λίγες μέρες στην Ελλάδα για τη συλλογή στοιχείων για το άρθρο του, ο συγγραφέας δεν έχει εκτιμήσει την τεράστια αμφισβήτηση που αισθάνεται πλέον ο Έλληνας για την πολιτική τάξη της χώρας και βεβαίως για τις πολλές κινήσεις πολιτών που το τελευταία διάστημα έχουν εμφανιστεί. Δεν φταίνε μόνο οι ξένοι, φταίνε και οι δικοί μας, αλλά πάντως κάποιοι άλλοι, μέσα ή έξω από τη χώρα.
Ο Lewis εξετάζει την Ελλάδα με ιδιαίτερα κριτική ματιά και αυστηρότητα, ενώ δείχνει μεγαλύτερη κατανόηση για τους άλλους λαούς, ακριβώς επειδή αντιδρούν διαφορετικά στα δεινά τους. Δεν υπάρχει κεφάλαιο στο βιβλίο που να μην αναφέρεται η Ελλάδα ως το έσχατο παράδειγμα προς αποφυγή, το σημείο στο οποίο δεν θα ήθελε κανείς να φτάσει. Χαρακτηριστική είναι η φράση του δημάρχου της χρεοκοπημένης πόλης του Σαν Χοσέ (οι κάτοικοι της οποίας έχουν το δεύτερο μεγαλύτερο κατά κεφαλήν εισόδημα στις ΗΠΑ, μετά τη Νέα Υόρκη), στην πολιτεία της Καλιφόρνιας: «Δεν είμαστε στο χάλι της Ελλάδας. Δεν νομίζω».
Ωστόσο, σε αντίθεση με τις άλλες χώρες, ο Lewis αντιμετωπίζει τις ελληνικές τράπεζες με συμπάθεια: οι Έλληνες τραπεζίτες «ούτε αγόρασαν ομόλογα με κάλυμμα αμερικανικά ενυπόθηκα δάνεια μειωμένης εξασφάλισης, ούτε δανείστηκαν μέχρι τα μπούνια, ούτε πλήρωσαν στους εαυτούς τους τεράστια χρηματικά ποσά. Το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετώπισαν οι τράπεζες ήταν ότι είχαν δανείσει σχεδόν 30 δισεκατομμύρια ευρώ στο ελληνικό δημόσιο -  τα οποία κλάπηκαν ή κατασπαταλήθηκαν. Στην Ελλάδα δε βύθισαν οι τράπεζες τη χώρα. Η χώρα βύθισε τις τράπεζες». Σε μία χώρα όπου το ποσοστό της οικονομίας που ελέγχεται έμμεσα ή άμεσα από το κράτος είναι τεράστιο (πριν από την κρίση το ¼ περίπου του συνόλου των εργαζομένων μισθοδοτούνταν απευθείας από το κράτος), αξίζει να αναρωτηθούμε για τα περιθώρια αντίδρασης που είχαν οι ελληνικές τράπεζες στο παρελθόν, ακόμα και αν είχαν διαβλέψει την πορεία της οικονομίας - αν και είναι αμφίβολο το κατά πόσον κάποιος θα μπορούσε, ακόμα και γνωρίζοντας τα νούμερα, να προβλέψει την εγκληματική αστοχία των πολιτικών χειρισμών.

Ένα απαισιόδοξο βιβλίο για την επικαιρότητα που εξελίσσεται
Όπως σε κάθε βιβλίο που πραγματεύεται θέματα επικαιρότητας, και μάλιστα μίας τόσο ρευστής επικαιρότητας όπως η παγκόσμια οικονομία σήμερα, ορισμένα από τα στοιχεία στα οποία αναφέρεται το «Μπούμερανγκ» έχουν ξεπεραστεί από τις εξελίξεις. Ειδικά π.χ. για την Ελλάδα, εκτός βεβαίως από την προφυλάκιση του πατέρα Εφραίμ, χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι και πρόσφατες αποφάσεις σχετικά με τον «κούρεμα» των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου που κατέχουν ιδιώτες, το οποίο δεν αναφέρεται ενώ, αν τελικά ευοδωθεί, θα αλλάξει τα δεδομένα και για το σύνολο του ελληνικού χρέους και για τις τράπεζες της χώρας. Είναι όμως λογικό να υπάρχουν τέτοιες ελλείψεις, οι οποίες τελικά δεν επηρεάζουν το σύνολο, σε ένα βιβλίο που βασίζεται στη δημοσιογραφική κάλυψη της επικαιρότητας.
Ο συγγραφέας κατορθώνει τον περίεργο συνδυασμό να γράψει ένα βιβλίο που είναι ταυτοχρόνως ευχάριστο στην ανάγνωση, διεισδυτικό, γεμάτο χιούμορ και έξυπνα σχόλια στην προσέγγιση της ιδιοσυγκρασίας του κάθε λαού (αν και «μία δημόσια εμμονή με την ακαθαρσία, η οποία κρύβει μία ιδιωτική εμμονή» με αυτή, δεν είναι βέβαια αρκετά πειστική εξήγηση για τη γερμανική ιδιοσυγκρασία), αλλά τελικά απαισιόδοξο ως προς το μήνυμα που αφήνει.
Το τελευταίο κεφάλαιο είναι αφιερωμένο στις ΗΠΑ, τις οποίες, στον απόηχο της υποβάθμισής τους από την S&P, αποφασίζει ο Lewis να εξετάσει ως ένα σύνολο μικρών τοπικών οικονομιών και όχι μίας μεγάλης κραταιάς οικονομίας. Έναυσμα για αυτή την προσέγγιση είναι μία ανάλυση της Meredith Whitney, της οικονομικής αναλύτριας η οποία έγινε διάσημη όταν, σε ανύποπτο χρόνο (2007) έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου σχετικά με το μέγεθος της έκθεσης της Citigroup σε μειωμένης εξασφάλισης ενυπόθηκα δάνεια. Η Whitney το 2010 προέβλεψε την κατάρρευση πολλών αμερικανικών δήμων, οι οποίοι, κατά την άποψή της, είχαν υποχρεώσεις (κυρίως συντάξεις και μισθούς) που κατά πολύ ξεπερνούσαν αυτά που μπορούσαν να συλλέγουν από φόρους. Αν και οι προβλέψεις αυτές δεν έχουν επαληθευτεί ένα χρόνο μετά (και ο αμερικανικός κυρίως οικονομικός τύπος επιχαίρει βάλλοντας κατά της αναλύτριας, που δημιούργησε μεγάλη αναστάτωση στην εν λόγω αγορά) τα παραδείγματα πόλεων με σημαντικό πρόβλημα είναι αρκετά. Ο Lewis επικεντρώνεται στην πολιτεία της Καλιφόρνιας, όπου συναντά τον απελθόντα κυβερνήτη Σβαρτζενέγκερ και του παίρνει συνέντευξη κατά τη διάρκεια πρωινής προπόνησης με ποδήλατο. Η σκηνή είναι από τις απολαυστικότερες του βιβλίου, και ενδεικτική του χιούμορ που το διέπει. Ένα απόσπασμα:
«Ξεφορτώνει ένα ποδήλατο από το πίσω μέρος του αυτοκινήτου, το καβαλάει και ξεχύνεται στην ήδη πολύβουη λεωφόρο Όσεαν. […] Μία γυναίκα που σπρώχνει ένα βρεφικό καροτσάκι και μιλάει στο κινητό διασχίζει το δρόμο περνώντας από μπροστά του και ξάφνου τινάζεται ξαφνιασμένη.
“Ω θεέ μου” λέει στο κινητό της με κομμένη την ανάσα, “ο Μπιλ Kλίντον!”. Δεν βρίσκεται ούτε τρία μέτρα μακριά του, αλλά συνεχίζει να μιλά στο κινητό της, σαν να μην είναι πραγματικός. “Είμαι εδώ με τον Μπιλ Κλίντον”.
“Είναι ένας από τους τύπους που έμπλεξαν σε σεξουαλικό σκάνδαλο” λέει χαμογελώντας ο Άρνολντ.
“Στάσου… στάσου”, λέει η γυναίκα στο κινητό της, “μπορεί να μην είναι ο Μπιλ Κλίντον”.
Προτού τον αναγνωρίσει με βεβαιότητα ανάβει πράσινο και ξεκινάμε».

Στην πολιτεία της Καλιφόρνιας λοιπόν, ο Lewis επισκέπτεται την πόλη του Βαλέχο, η οποία έχει ήδη χρεοκοπήσει από το 2008: οι πιστωτές παίρνουν 5 σεντς ανά δολάριο και οι δημοτικοί υπάλληλοι 20 με 30 σεντς ανά δολάριο. Στην πόλη δεν υπάρχουν πλέον δημοτικοί  υπάλληλοι παρά μόνο μία, στο γραφείο του διαχειριστή του δήμου, Φιλ Μπάτσελορ. “Όταν πηγαίνει στην τουαλέτα πρέπει να κλειδώνει την πόρτα”, λέει ο Μπάτσελορ, “επειδή εγώ είμαι σε συσκέψεις και δεν έχουμε άλλον”. Ωστόσο, το ίδιο το κτίριο του Δημαρχείου σφύζει από ζωή, καθώς εκεί λαμβάνουν χώρα οι πλειστηριασμοί των κατασχεθέντων ακινήτων. «Οι άνθρωποι που είχαν εξουσία στην κοινωνία και είχαν αναλάβει το καθήκον να τη σώσουν από τον ίδιο της τον εαυτό, την είχαν, αντιθέτως, αφαιμάξει μέχρι θανάτου».  Ο παραλληλισμός με την χώρα μας είναι αναπόφευκτος. Στο Βαλέχο ήταν οι πυροσβέστες και οι αστυνομικοί, οι αμοιβές των οποίων είχαν φτάσει να απορροφούν το 80% του προϋπολογισμού του Δήμου. Στην Ελλάδα είναι οι κάθε λογής συντεχνίες, συνδικαλιστές, καιροσκόποι επιχειρηματίες και βεβαίως πολιτικοί που έκαναν ό,τι περνούσε από το χέρι τους για να φτάσουμε στην χρεοκοπία. 

Η κριτική παρουσίαση του βιβλίου του Michael Lewis «Μπούμερανγκ. Ταξίδια στον νέο Τρίτο Κόσμο», (Παπαδόπουλος 2011) δημοσιεύθηκε στην Athens Review of Books στις αρχές του 2012.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου