Τετάρτη, 23 Απριλίου 2014

Κρατιστές, φορομπήχτες, καταστροφικοί νομοθέτες

Όποιος έχει περάσει από τον ιδιωτικό τομέα, εκτός αν ήταν ήδη από τότε κρυφο-κρατικοδίαιτος, θα πρέπει να ξέρει ότι όταν υπερφορολογείς μια οικονομική δραστηριότητα που μπορεί να μετακινηθεί ή να αποτραβηχτεί εύκολα, τότε η φορολογητέα ύλη απλά μπορεί να μην είναι εκεί όταν πας να εισπράξεις τον φόρο. Συνεπώς, ειδικά σε τέτοιες τις περιπτώσεις, το κράτος πρέπει να είναι προσεκτικό, να φορολογεί με εγκράτεια και λογική ώστε να μην «διώχνει ή να σουβλίζει την κότα που κάνει τα χρυσά αυγά».

Το πάθημα του «φόρου πολυτελείας» του άρθρου 17 του Ν3833/2010 είναι ενδεικτικό. Επί των ημερών του οραματιστή Γιώργου Παπακωνσταντίνου (αυτού με τη λίστα Λαγκάρντ) είχε θεσπιστεί ένας φόρος έντιμης σοσιαλιστικής έμπνευσης με έντονα χαρακτηριστικά κοινωνικής δικαιοσύνης: Θα τον πλήρωναν οι κακοί πλούσιοι που καταναλώνανε ακόμα είδη πολυτελείας σε μια Ελλάδα που μόλις ανακάλυπτε ότι «λεφτά τελικά δεν υπάρχουν». Αυτά περιλαμβάνανε από αεροπλάνα και ακριβά αυτοκίνητα έως μαργαριτάρια, σκόνη διαμαντικού, τάπητες από μετάξι, γούνες και ενδύματα από δέρματα ερπετών. Η ακριβής περιγραφή αυτών των πολυτελών ειδών, των οποίων οι «πλούσιοι» αγοραστές όφειλαν να καταβάλλουν πρόσθετο φόρο 10-20%, πλέον του ΦΠΑ και των άλλων φόρων που ήδη τα επιβάρυναν, απασχόλησε ενδελεχώς και εκτενώς το οικονομικό επιτελείο και το νομοθετικό σώμα. Έτσι, την προσεκτική ανάλυση του σχετικού πίνακα στο ΦΕΚ 40 Α'/15.03.2010 ακολούθησαν πολλές ερμηνείες, διευκρινίσεις και αλλαγές στο άρθρο 17 (ενδεικτικά, άρθρο 87 του ν. 3842/2010, Άρθρο 6 του ν. 4211/2013, ΠΟΛ.1119/3.8.2010, ΠΟΛ.1192/21-12-2010, κλπ. κλπ.) για την επίλυση σημαντικών θεμάτων που άπτονται άμεσα των προσπαθειών για τη μη καταστροφή της χώρας, όπως είναι η φορολόγηση ή μη των «φω μπιζού», για παράδειγμα.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, αυτός ο εύλογος και δίκαιος φόρος θα απέφερε 120 εκ. ευρώ κάθε χρόνο εφαρμογής του και 80 εκ. ευρώ το πρώτο έτος μερικής εφαρμογής, δηλαδή το 2010.
Ως τέτοιος δίκαιος και χρήσιμος φόρος περιλήφθηκε και στο πρώτο Μνημόνιο (Ν3845/2010, σελ. 1350 του ΦΕΚ Α’/65), το οποίο προέβλεπε ότι θα συνεισέφερε στην αποφυγή της καταστροφής της χώρας με κατά τι μειωμένα εκτιμώμενα έσοδα «100 εκ. ευρώ» για το 2011 και κάθε επόμενο έτος.
Όμως, όπως μπορεί να δει κανείς από τους απολογισμούς έτους 2010, 2011, 2012 και 2013 καθώς και τους προϋπολογισμούς ετών 2011, 2012, 2013 και 2014, και την ανάλυση εσόδων κατά ΚΑΕ, για τον ΚΑΕ 1340 «ειδικοί φόροι πολυτελείας», που αναλύεται παραπέρα στους επιμέρους ΚΑΕ των ειδών που φορολογούνται κατά το εν λόγω άρθρο 17, οι προσδοκίες του φοροεισπράκτορα δεν επαληθεύτηκαν – αντιθέτως.  Ενώ είχε προϋπολογίσει έσοδα €440 εκ. στην τετραετία, το κράτος εισέπραξε τελικά μόνο €44,93 εκ.. Δηλαδή ο νομοθέτης – φορομπήχτης εισέπραξε τελικά μόνο το 10% αυτών που ήλπιζε ότι θα εισπράξει. Μάλιστα, μετά το πρώτο «σοκ» του 2010, όταν πιάστηκαν πολλοί στη φάκα της εισαγωγής του φόρου στη μέση του έτους (άλλη μία δίκαιη πολιτική του οικονομικού επιτελείου), τα ετήσια έσοδα του φόρου ανέρχονται πλέον στο εκπληκτικό 5% των εισπράξεων που αρχικά προσδοκούσε ο φορομπήχτης.



(σε εκ. ευρώ)
2010
2011
2012
2013
2014
Νόμος για την αντιμετώπιση της κρίσης 3833/2010
Φόρος πολυτελείας, άρθρο 17, εκτιμήσεις έκθεσης ΓΛΚ
80
120
120
120
120

Νέες εκτιμήσεις Μνημονίου

100
100
100
100
Προϋπολογισμός έτους
80*
100
9,4
5,39
5,17
Απολογισμός έτους
24,4
9,44
5,39
5,7

*Θεσπίστηκε μετά τον προϋπολογισμό, εκτίμηση ΓΛΚ





Προσδοκίες νομοθέτη 2010-2013
440





Πραγματικές εισπράξεις 2010-2013
44,93






Βέβαια, ο νομοθέτης-φορομπήχτης δεν χρειάστηκε να απολογηθεί ποτέ στην κοινωνία για τις επιπτώσεις αυτού του ανόητου άρθρου. Αυτές περιλαμβάνουν από όσους χάσανε τη δουλειά τους σε κλάδους που σχεδόν εξαϋλώθηκαν μετά το άρθρο αυτό, όπως η αργυροχρυσοχοΐα, έως τις ατέλειωτες ώρες που σπατάλησε η υπηρεσία να ρυθμίζει λεπτομέρειες και εμπλοκές στην πρακτική εφαρμογή αυτού του άρθρου. Εμπλοκές που συνήθως λύνονταν με την παύση της οικονομικής δραστηριότητας που επηρεαζόταν από την εκάστοτε Καφκική εμπλοκή, την απόλυση εργαζομένων, κανόνια σε εφορίες, ασφαλιστικούς φορείς, τράπεζες και προμηθευτές και άλλες, προφανώς επιθυμητές για τους φορομπήχτες, επιπτώσεις.
Αν ο κ. Μαυραγάνης νομίζει ότι αυτό συμβαίνει μόνο με τη σκόνη διαμαντιού και τα αυτοκίνητα πολυτελείας (τους αγοραστές των οποίων μπορεί να μη λυπάται κανείς και τους εργαζόμενους στους αντίστοιχους κλάδους δεν φαίνεται να σκέφτεται κανείς), δεν έχει παρά να δει τα έσοδα του κράτους από φόρο μεταβίβασης ακινήτων και τον φοβερό και τρομερό φόρο υπεραξίας.
Το κυβερνητικό επιτελείο, προφανώς λόγω της πολυπλοκότητας του θέματος και του γεγονότος ότι η φορολόγηση μεταβιβάσεων ακινήτων αντιμετωπίζεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα στα ιστορικά της ανθρώπινης ιστορίας (φήμες που θέλουν τη μεταβίβαση ακινήτων να είναι το πρώτο θέμα που ιστορικά χειρίζεται το Ρωμαϊκό δίκαιο είναι ψευδείς και υπονομεύουν το έργο της κυβέρνησης), κατάφερε να θεσπίσει τον φόρο αυτόν μετά από πολυετείς παλινωδίες. Αποτέλεσμα; Ενώ το 2007 τα έσοδα του κράτους από φόρους στις μεταβιβάσεις οικοδομών και οικοπέδων ήταν πάνω από 1 δισ. ευρώ, το 2013 τα συνολικά έσοδα από τους φόρους αυτούς εκτιμώνται σε 235 εκ. ευρώ. Μέρος της συγκλονιστικής αυτής μείωσης οφείλεται, προφανώς, στην κρίση, αλλά μεγάλο μέρος οφείλεται και στην παράλογη και εξοντωτική φορολογία. Για τα πάθη της αγοράς ακινήτων δεν χρειάζεται να πει κανείς τίποτα, οι άνεργοι δεν έχουν προφανώς σημασία και τα χαμένα έσοδα η κυβέρνηση τα έχει αναπληρώσει με επιπλέον φόρους στην κατοχή. Άρα όλα είναι καλά.  
Έχουμε λοιπόν μια περίπτωση με πραγματική απόδοση φόρου μόνο 5% του εκτιμώμενου, και μια άλλη με μείωση εσόδων 80%, απλά επειδή η κυβέρνηση νομοθετεί χωρίς να την ενδιαφέρει καθόλου η πραγματικότητα της αγοράς. Αντίστοιχα παραδείγματα νομοθέτησης που όχι μόνο δεν αποδίδει τα αναμενόμενα, αλλά και εξοντώνει την οικονομική  δραστηριότητα, υπάρχουν κι άλλα. Ας τα σκεφτεί όλα ο κ. Μαυραγάνης, και συνολικά το οικονομικό επιτελείο, πριν καταστρέψουν άλλη μια αγορά (π.χ. το χρηματιστήριο, με τις νέες ρυθμίσεις περί επιτηδευματιών επενδυτών) χωρίς λόγο και αιτία, με αποτέλεσμα την αύξηση της ανεργίας, χωρίς καν να πετύχουν αύξηση των εσόδων του κράτους. Και ας αναζητήσουν την εναλλακτική του να νομοθετείς λογικά, να επιτρέπεις στην αγορά να επιβιώνει και στο τέλος το κράτος να εισπράττει ικανοποιητικά χρήματα από λογικούς φόρους.

Κυρίως, ας σκεφτούν επιτέλους να μειώσουν τους φόρους και παράλληλα τα έξοδα του κράτους, ώστε οι πολίτες και επιχειρήσεις να μπορούν να χρησιμοποιούν όπως εκείνοι κρίνουν το διαθέσιμο εισόδημά τους. Πολλοί από αυτούς θα καταφέρουν να δημιουργήσουν βιώσιμες θέσεις εργασίας στον ιδιωτικό τομέα – έναν στόχο που η κυβέρνηση, στις μέρες του success story με την ανεργία να ξεπερνά το 27%, δεν φαίνεται πραγματικά να έχει. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου