Πέμπτη 27 Αυγούστου 2020

Από την έκθεση στην πολιτική

Οι διαπιστώσεις και οι προτάσεις της “επιτροπής Πισσαρίδη” πρέπει να υποστηριχθούν από ένα πειστικό πολιτικό αφήγημα. 

Η Ενδιάμεση Έκθεση της “επιτροπής Πισσαρίδη” είναι γεμάτη από καλές ιδέες, αλλά είναι απαραίτητο να βρεθεί εγκαίρως το πειστικό πολιτικό αφήγημα που θα κινητοποιήσει την κοινωνία για την υλοποίησή τους. Αυτό είναι δουλειά της κυβέρνησης, η οποία ωστόσο συχνά δίνει την εντύπωση ότι έχουμε επανέλθει σε μία κανονικότητα μετά την κρίση, εξαιρώντας βεβαίως τον παράγοντα του κορονοϊού. Αντιθέτως όμως, η Ενδιάμεση Έκθεση είναι ένα ηχηρό καμπανάκι ότι έχουμε ακόμα πολλά να κάνουμε.

Ήδη υπάρχουν ποικίλες αντιδράσεις, κυρίως από την αριστερά (βλ. π.χ. εδώ και εδώ). Συζητήθηκε ιδιαίτερα η πρόταση της Επιτροπής για την εφαρμογή πολιτικών που θα οδηγήσουν στη μεγέθυνση των ελληνικών επιχειρήσεων. Ειδικότερα, προτείνεται (σελ. 43) “η σταδιακή αύξηση του αριθμού των επιχειρήσεων μεσαίου και μεγάλου μεγέθους, που αποτελεί προϋπόθεση για την αύξηση της παραγωγικότητας σε σημαντικούς τομείς της οικονομίας, όπως και για την ενίσχυση των εξαγωγών. Παράλληλα, η καλύτερη διασύνδεση επιχειρήσεων μικρού και μεσαίου μεγέθους, που σε κάθε περίπτωση θα αποτελούν την πλειονότητα, με τις μεγαλύτερες, ώστε να ενισχυθεί έμμεσα και περαιτέρω η συνολική εξωστρέφεια της οικονομίας και η παραγωγικότητα”.

Διακοπές

Με αφορμή λοιπόν αυτή την πρόταση, διαβάσαμε (π.χ. εδώ) ότι οι προτάσεις θα οδηγήσουν στην “κατάρρευση του οικοσυστήματος των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων στην Ελλάδα”, μέσα από μία διαδικασία “δημιουργικής καταστροφής”. Η αντίληψη αυτή όμως προϋποθέτει ένα θεμελιώδες λάθος στην κατανόηση της οικονομίας: ότι αυτή έχει ένα ορισμένο και πεπερασμένο μέγεθος, και οι όποιες αλλαγές θα γίνονται στην εσωτερική διάρθρωση των επιχειρήσεων εντός αυτού του μεγέθους, χωρίς το ίδιο να μεταβάλλεται. Αν δηλαδή σήμερα στην οικονομία μας δραστηριοποιούνται 1000 επιχειρήσεις, από τις οποίες οι 850 είναι μικρές και πολύ μικρές και μόνο οι 150 είναι μεγάλες, τότε, σύμφωνα με την κριτική, αν είναι να δημιουργηθούν μεγάλες εταιρείες, αυτές αναγκαστικά θα καταλάβουν χώρο από τις μικρές, μετατρέποντας έτσι την αναλογία, π.χ. 600/400, διατηρώντας όμως πάντα το συνολικό μέγεθος στο 1000. 

Αυτή η ανάλυση όμως είναι απολύτως λανθασμένη. Το μέγεθος της οικονομίας δεν είναι σταθερό, αυξάνεται ή μειώνεται ανάλογα με τις πολιτικές που ακολουθούνται. Μπορούμε, με τις κατάλληλες πολιτικές, να αυξήσουμε το συνολικό μέγεθος π.χ. στο 1200, ώστε να έχουμε 700 μικρές επιχειρήσεις και 500 μεγάλες, κάποιες από τις οποίες θα είναι πρώην μικρές και κάποιες καινούριες. Η αύξηση του μεγέθους των επιχειρήσεων δεν συνεπάγεται αναγκαστικά καταστροφή - αντιθέτως, είναι επιθυμητό να δοθούν κίνητρα για οργανική ανάπτυξη και συγχωνεύσεις, ώστε οι ελληνικές επιχειρήσεις να καταστούν πιο παραγωγικές και διεθνώς ανταγωνιστικές. 

Σε αυτή την πορεία είναι βέβαιο ότι κάποιες επιχειρήσεις θα κλείσουν ή θα αλλάξουν μετοχική σύνθεση. Και πάλι όμως, αυτό δεν συνεπάγεται μείωση των απασχόλησης, αντιθέτως, οι μεγάλες επιχειρήσεις απασχολούν εκ των πραγμάτων περισσότερο κόσμο και συνήθως σε καλύτερες συνθήκες (και πληρώνουν φόρους και εισφορές πάνω σε καλύτερους μισθούς, αναπτύσσουν στελέχη, καινοτομούν, κ.α.). 

Πολλές από τις διαπιστώσεις της Έκθεσης αφορούν γνωστά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας και οι προτεινόμενες λύσεις συζητούνται στη δημόσια σφαίρα εδώ και χρόνια (αναφέρω μόνο για παράδειγμα “Το Αόρατο Ρήγμα” του Αρ. Δοξιάδη, όλα τα βιβλία των Μιχ. Μητσόπουλου και Θ. Πελαγίδη, διαδοχικές εκθέσεις διεθνών οργανισμών για την Ελλάδα, κ.λπ. Θα ήταν ωραίο στο τελικό κείμενο να υπάρχει και βιβλιογραφία). Γνωρίζουμε τι χρειάζεται, αλλά δεν το κάνουμε. 

Tο ερώτημα είναι, γιατί; Ο Στέφανος Μάνος σε πρόσφατο άρθρο του εντοπίζει το πρόβλημα στη “νωθρότητα και ανεπάρκεια της διοίκησης που με βεβαιότητα θα επιχειρήσει να υπονομεύσει την εφαρμογή της έκθεσης Πισσαρίδη”. Προσθέτω όμως και τη διαχρονική αντίσταση των ίδιων των κυβερνητικών στελεχών σε θέματα που, κατά την εκτίμησή τους, μεταθέτουν τα κέντρα εξουσίας ή έχουν “πολιτικό κόστος” (για να δούμε για παράδειγμα κατά πόσο η εκπαίδευση και η πρωτοβάθμια περίθαλψη θα αποκεντρωθούν, όπως προτείνει η έκθεση, και ήταν και προεκλογική θέση της ΝΔ). 

Πράγματι, ο κρατικός μηχανισμός αλλά και εγκατεστημένα ιδιωτικά συμφέροντα αντιστέκονται με κάθε τρόπο στις αλλαγές, ενώ οι πολλοί, που θα μπορούσαν να επωφεληθούν από αυτές, δεν έχουν επαρκή πληροφόρηση για τα πλεονεκτήματα και δεν ενεργούν ομαδικά. Συνεπώς, ζητούμενο είναι να βρεθεί ο τρόπος με τον οποίο τα ίδια τα μέλη της κυβέρνησης αρχικά θα πειστούν για την αναγκαιότητα των μεταρρυθμίσεων και θα τις εξηγήσουν στη συνέχεια στην κοινωνία, ώστε αυτή να τις υποστηρίξει. Είναι απαραίτητο να βρεθεί εγκαίρως το πειστικό πολιτικό αφήγημα που θα κινητοποιήσει την κοινωνία. 

Σε κάθε περίπτωση, η γενικότερη κατεύθυνση προς την οποία η Επιτροπή προτείνει να στραφεί η χώρα είναι, τελικά, μονόδρομος, στο πλαίσιο της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας: 

“Κεντρικός στόχος για την ελληνική οικονομία κατά την επόμενη δεκαετία είναι η συστηματική αύξηση του κατά κεφαλήν πραγματικού εισοδήματος, ώστε αυτό να συγκλίνει σταδιακά με τον μέσο όρο της ευρωζώνης. Επιπλέον στόχος είναι αυτό να συμβεί χωρίς αποκλεισμούς, δηλαδή με ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής, κυρίως μέσω της κοινωνικής κινητικότητας και της αναβάθμισης των ευκαιριών για τα περισσότερο αδύναμα νοικοκυριά”. 

Η τελική έκθεση θα δημοσιοποιηθεί τον Οκτώβριο.





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου