Τρίτη, 12 Νοεμβρίου 2013

Αντί ν'αλλάξει η χώρα, άλλαξε η τρόικα

Μέχρι το 2011, όταν έκτιζες ένα σπίτι ή έκανες οποιαδήποτε εργασία σε ακίνητο ή δημόσιο τεχνικό έργο χρησιμοποιώντας τις υπηρεσίες μηχανικού, το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος υπολόγιζε σύμφωνα με δικούς του κανόνες το πόσο θα έπρεπε να πληρωθεί ο μηχανικός και το Ταμείο Συντάξεως Μηχανικών Εργοληπτών Δημοσίων Έργων (ΤΣΜΕΔΕ) απαιτούσε από αυτόν τις ανάλογες εισφορές. Είχε δηλαδή ένα σύστημα «αντικειμενικών» αμοιβών ανάλογα με τις παραμέτρους του έργου. Αυτές οι «αντικειμενικές» αμοιβές ήταν πολύ μεγαλύτερες από τις πραγματικές. Η εφορία θεωρούσε όλα αυτά τα χρήματα τεκμήρια και τα αφαιρούσε από το «πόθεν έσχες» του ιδιοκτήτη. Δεν είχε καμία σημασία το πόσα χρήματα πραγματικά πληρωνόταν ο μηχανικός και πόσο τελικά το έργο στοίχιζε συνολικά. Το κράτος με τις υπηρεσίες του χρέωνε κατά το δοκούν, και το υποζύγιο-ιδιοκτήτης πλήρωνε (ή το ίδιο το κράτος, δηλαδή ο φορολογούμενος, καθώς με τον ίδιο παράλογο τρόπο γινόταν ο υπολογισμός και στα δημόσια τεχνικά έργα). 


Μετά ήρθε το μνημόνιο. Η τρόικα είδε τον παραλογισμό και απαίτησε να αλλάξει: δεν είναι δυνατόν να επιβάλει το κράτος φόρους και εισφορές αυθαίρετα, επί ποσών που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Το ελληνικό κατεστημένο αντιστάθηκε σθεναρά, όπως αντιστέκεται σε σχεδόν κάθε αλλαγή όταν θίγονται συμφέροντα. Τελικά όμως το ΤΕΕ και το ΤΣΜΕΔΕ έχασαν το προνόμιο να χρεώνουν ό,τι νομίζουν – πλέον οι αμοιβές των μηχανικών είναι ελεύθερες και οι εισφορές ανάλογες. Το «πόθεν έσχες» αφορά πραγματική δαπάνη.
Ακριβώς το ίδιο πράγμα είναι και οι «αντικειμενικές» αξίες των ακινήτων. Είναι η βάση επί της οποίας υπολογίζονται όλοι οι φόροι που έχουν σχέση με την ακίνητη περιουσία: οι φόροι κατοχής (πολλοί, πού να τους απαριθμούμε τώρα…) μεταβίβασης, κληρονομίας, δημοτικά τέλη, κλπ.. Για τις αντικειμενικές αξίες υπήρχε στο μνημόνιο του Φεβρουαρίου του 2012 (ν. 4046/2012) πρόβλεψη επικαιροποίησης μέχρι τον Ιούνιο του 2012, και πάντως πολύ αργότερα από τη διετία που κανονικά επιβάλλεται από τον σχετικό ελληνικό νόμο (άρθ. 41 παρ. 1 ν. 1249/82), ώστε να έχουν σχέση με την πραγματικότητα. Κατά παράβαση και των δύο αυτών νόμων, η επικαιροποίηση δεν έγινε ποτέ. Και αυτό γιατί θα οδηγούσε στην μείωσή τους σε πολλές, αν όχι σε όλες τις περιπτώσεις, και κατά συνέπεια στην μείωση των εσόδων στα οποία το αδηφάγο ελληνικό κράτος προσβλέπει από τη φορολόγηση.

Η στάση της ελληνικής κυβέρνησης δεν εκπλήσσει: γι αυτήν ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Η διατήρηση του μεγάλου πελατειακού κράτους είναι ο σκοπός στον βωμό του οποίου θυσιάζεται κάθε λογική και ηθική.

Αυτό που εκπλήσσει είναι η στάση της τρόικας, γιατί έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη στάση που είχε κρατήσει στο παρόμοιο θέμα των αμοιβών και εισφορών των μηχανικών: Μόλις την προηγούμενη εβδομάδα, σε ερώτηση του Ευρωβουλευτή Θόδωρου Σκυλακάκη, προέδρου της Δράσης, ο αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Όλι Ρεν, απάντησε ότι η αναπροσαρμογή «θα ισχύει για τους σκοπούς της φορολογίας ακινήτων για το οικονομικό έτος 2016». Δέχεται δηλαδή σε αυτή την περίπτωση η τρόικα ότι μπορούν να επιβάλλονται φόροι επί αξιών που ουδεμία σχέση έχουν με την πραγματικότητα, ενώ είχε πολύ λογικά απαιτήσει να αλλάξει αυτό στην περίπτωση των μηχανικών. Να το πούμε ξανά: φορολογείται ανύπαρκτη περιουσία, κατά το ποσοστό που οι αντικειμενικές αξίες υπερβαίνουν τις πραγματικές.

Η κυβέρνηση και η τρόικα επομένως, όπως προκύπτει από τη δήλωση του κ. Ρεν, θεωρούν νόμιμο και εύλογο:
  • Μέχρι το 2016, όταν αγοράζει κάποιος ένα ακίνητο για 100 ευρώ (συμφωνία αγοραστή-πωλητή) να καταβάλλει ο αγοραστής φόρο μεταβίβασης για 200 ευρώ («αντικειμενική» αξία).
  • Από 1/1/ 2014 έως το 2016, ο πωλητής του εν λόγω ακινήτου να καταβάλλει τον νέο φόρο υπεραξίας υπολογιζόμενο όχι για τα 100 ευρώ που πραγματικά αποκτήθηκαν κατά την πώληση, αλλά για μία άλλη τιμή, που ορίζεται ως η «αναγραφόμενη στο συμβόλαιο ή πραγματική αξία» (κατά τον Ν4172/2013 άρθρο 41.2, και δεν έχει διευκρινιστεί ακόμα πώς προκύπτει). Αυτή η «πραγματική αξία» προφανώς θα είναι ίση ή μεγαλύτερη των 200 ευρώ που είναι η «αντικειμενική».
  • Από 1/1/ 2014 και έως το 2016 ο αγοραστής του εν λόγω ακινήτου να πρέπει να δικαιολογήσει «πόθεν έσχες» 200 ευρώ, αντί των 100 ευρώ που καταβάλλει. Δηλαδή, αν έχει δηλωμένα εισοδήματα 200 ευρώ και δώσει τα 100 για το ακίνητο και αν η εφορία του ελέγξει τις καταθέσεις και βρει τα άλλα 100, που νόμιμα υπάρχουν, να τα θεωρήσει προϊόν φοροδιαφυγής και να τα ξαναφορολογήσει με 45%, συν τα πρόστιμα και προσαυξήσεις, καθώς θα έχουν αναλωθεί σαν «πόθεν έσχες» 200.
  • Φυσικά, ότι ο κάτοχος, όποιος και να είναι, καταβάλλει κάθε χρόνο φόρο κατοχής και λοιπούς φόρους επί περιουσίας που δεν υφίσταται παρά μόνο σαν «φανταστικό αντικείμενο».
Είμαι αισιόδοξη ότι ο παραλογισμός αυτός θα καταπέσει στα ελληνικά (ή στα ευρωπαϊκά) δικαστήρια (η Δράση θα προσφύγει).

Παραβιάζονται προφανέστατα η λογική και δύο νόμοι του ελληνικού κράτους, αλλά και το Σύνταγμα, που προβλέπει ότι η συνεισφορά των πολιτών στα δημόσια βάρη γίνεται ανάλογα με τις δυνατότητές τους – εδώ οι δυνατότητές τους διαμορφώνονται στην εικονική πραγματικότητα του ΥΠΟΙΚ.

Και τότε η ελληνική διοίκηση θα πρέπει να τρέχει και δεν θα φτάνει για να διορθώσει αναδρομικά τις αδικίες. Θα χρειαστεί να χρησιμοποιηθεί μεγάλο μέρος του φοροεισπρακτικού μηχανισμού του κράτους για τον σκοπό αυτό, αντί να ασχολείται με το πραγματικό πρόβλημα του έγκαιρου ελέγχου των δηλώσεων και της μείωσης της φοροδιαφυγής. Όλα αυτά επειδή από κοινού κυβέρνηση και τρόικα αρνούνται να υποταχθούν στη νομιμότητα των νόμων που οι ίδιες συμφώνησαν και η κυβέρνηση υπερψήφισε.

Φέρουν από κοινού την ευθύνη για την καταστροφική φορολογική πολιτική που ασκείται, και αυτό είναι μεγάλο δυστύχημα. Μέχρι σήμερα υπήρχε ελπίδα ότι η τρόικα θα αντιδρούσε στην φορομανία του ΥΠΟΙΚ, επιμένοντας στις σωστές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, ώστε να εστιάσουμε στην μείωση των κρατικών δαπανών, όχι στην αύξηση των εσόδων. Αντί να αλλάξει η χώρα όμως, έστω και υπό την πίεση της τρόικας, άλλαξε η τρόικα.

Δημοσιεύθηκε στην Athens Voice στις 12/11/2013

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου